“Άραγε γινώσκεις α αναγινώσκεις;”
- Καί έπειδή ζούμε σέ μιά έποχή στήν όποία γίνεται πολύς λόγος γιά τήν έλευθερία τού άνθρώπου καί έπειδή ή ’Ορθόδοξη Εκκλησία σέβεται τήν έλευθερία τού κάθε άνθρώπου -τών μελών της καί τών έκτός αυτής- γι’ αυτόν τόν λόγο οι όποιες νομοθετήσεις γίνουν έκ μέρους τής Πολιτείας, ώς πρός τόν σεβασμό τής έλευθερίας τών θρησκευτικών πεποιθήσεων ή καί τής έλευθερίας τού κάθε άνθρώπου-πολίτη (γάμος, άποτέφρωση, κηδεία κλπ.), μπορούν νά γίνουν μέ νόμους, βάσει τού άρθρου 13 τού Συντάγματος. Καί, φυσικά, αυτό είναι αρμοδιότητα τής Πολιτείας καί δέν μπορεί νά φέρη άντίρρηση όποιοσδήποτε Κληρικός σέ θέματα πού άφορούν τά «πιστεύω» καί τίς έλευθερίες κάθε πολίτη, διαφυλάσσοντας όμως τίς θεολογικές άρχές.
- Πρώτον, πρέπει να γίνη κατανοητό άπό όλους τους Κληρικούς ότι είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε τήν ελευθερία τών πολιτών, άκόμη καί τών μελών τής Εκκλησίας που έχουν τίς δικές τους άπόψεις για διάφορα ζητήματα που απτονται τής ζωής τους. Ή ορθόδοξη θεολογία παντοτε σεβασθηκε τήν ελευθερία καθε άνθρώπου, τήν όποία σέβεται καί αυτός ό ίδιος ό Θεός, άλλα διαφοροποιείται ή ποιμαντική άντιμετώπιση. Δηλαδή, τό έργο τής Εκκλησίας είναι να όμολογή τήν πίστη της καί να άσκή ποιμαντική.
«Χωρισµός ἤ σχέσεις µεταξύ ’Εκκλησίας καί Πολιτείας»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Κατά καιρούς γίνονται διάφορες συζητήσεις καί άνταλλαγή άπόψεων γιά τόν λεγόμενο «χωρισμό Εκκλησίας καί Πολιτείας». Τήν άφορμή τήν δίνουν οι πολιτικοί, οι όποιοι με τόν τρόπο αυτόν θέλουν νά εφαρμόσουν τίς ιδεολογικές τους άρχές η άκόμη θέλουν νά δικαιολογήσουν τήν άβελτηρία τους σέ άλλα κοινωνικά καί πολιτικά ζητήματα, καί οι εκκλησιαστικοί παράγοντες άντιδρούν σπασμωδικά η άρνούνται κάθε σκέψη γιά περαιτέρω συζήτηση.

